Γραμματική ~21 λεπτά του βασικού μέρους

Λέω ποιοι είναι οι κανόνες

Μετά από αυτό το μάθημα μπορείτε

Μπορώ να πω τι είναι υποχρεωτικό, τι απαγορεύεται και τι δεν χρειάζεται να γίνει.

Έναρξη μαθήματος Πυρήνας 19–21 λεπτά · βήματα: 6 · προαιρετικά: +2

Δηλωμένος χρόνος πυρήνα. Δύο από τα μπλοκ πυρήνα δεν έχουν αριθμό, οπότε το πραγματικό μάθημα είναι μεγαλύτερο από αυτό το άθροισμα.

Γραμματική

5 λεπτά

Τα must και have to μιλούν και τα δύο για ανάγκη, αλλά η ανάγκη έρχεται από αλλού.

από πού έρχεται παράδειγμα
must από αυτόν που μιλάει: έτσι το αποφάσισα, το θεωρώ σημαντικό I must call my mother today.
have to απ' έξω: κανόνας, νόμος, περιστάσεις I have to wear a uniform at work.

Στην καθημερινή κουβέντα αυτή η διαφορά συχνά σβήνει, και κερδίζει το have to: ταιριάζει πάντα. Μία διαφορά όμως δεν σβήνει ποτέ:

Τα mustn't και don't have to ΔΕΝ είναι το ίδιο. Είναι αντίθετα.

You mustn't smoke here. Εδώ απαγορεύεται το κάπνισμα. Απαγόρευση.
You don't have to come tomorrow. Αύριο δεν χρειάζεται να έρθεις. Δεν είσαι υποχρεωμένος.

Τύποι. Το must είναι βοηθητικό ρήμα, όπως το can: χωρίς -s, χωρίς do, μετά από αυτό ο βασικός τύπος. Το have to είναι κανονικό ρήμα: he has to, Do you have to…?, I don't have to.

He must go. / He has to go.
Do you have to work on Sunday?
I don't have to work.

Το must δεν έχει τύπο παρελθόντος — χρησιμοποιείται το had to: I had to work yesterday.

Διαφήμιση

Λάθη των ελληνόφωνων

γραμμένο για τη γλώσσα σας
1

Και τα δύο είναι «δεν πρέπει»

Τα must και have to μεταφράζονται και τα δύο «πρέπει», οπότε στην άρνηση και τα δύο μοιάζουν με «δεν πρέπει» — απαγόρευση. Όμως απαγόρευση είναι μόνο το mustn't· το don't have to είναι «δεν χρειάζεται». ✗ You mustn't come tomorrow εννοώντας «δεν χρειάζεται να έρθεις» → ✓ You don't have to come tomorrow· και ανάποδα, ✗ You don't have to smoke here για απαγόρευση → ✓ You mustn't smoke here. Το λάθος αλλάζει το νόημα στο αντίθετο, γι' αυτό κοστίζει περισσότερο από τα άλλα.

2

must με to

✗ I must to go

✓ I must go

Το «πρέπει να φύγω» φέρνει το «να» ως to, πόσο μάλλον που το have to το έχει. Μετά το must το ρήμα μπαίνει σκέτο.

3

Παρελθόν του must

✗ I musted work

✗ Yesterday I must work late

✓ I had to work

Το ελληνικό «πρέπει» έχει παρελθόν, το «έπρεπε», και ψάχνεις κάτι αντίστοιχο. Το must δεν έχει· για το χθες λες πάντα had to.

Προφορά

3 λεπτά

Στο mustn't το t στη μέση δεν προφέρεται: /ˈmʌsnt/. Η λέξη ακούγεται περίπου «μάσντ».

Το have to στη ροή του λόγου είναι /ˈhæftə/, με τον ήχο /f/: το /v/ μπροστά από το /t/ γίνεται /f/, όπως το ελληνικό «αυτό» το λέμε «αφτό». Και το has to είναι /ˈhæstə/. Αυτό δεν είναι προχειρότητα, αλλά ο κανόνας· όταν ακούς /aɪ ˈhæftə ɡəʊ/, ακούς I have to go.

Διαφήμιση

Κείμενο

3 λεπτά

At my work we have to wear a uniform, and we have to be there at nine. You mustn't use your phone in the office — it's a rule. On Friday we don't have to stay until six. We can go home at four. Yesterday I had to work late because my colleague was ill.

Ασκήσεις

8–10 λεπτά

1. Συμπλήρωση κενών.

  1. You smoke here — it's forbidden
  2. You come tomorrow — it's Sunday
  3. Children play with matches
Εμφάνιση απαντήσεων
mustn't, don't have to, mustn't.

2. Συμπλήρωση κενών.

  1. I call my mother today — I really want to
  2. She wear a uniform at work
  3. Yesterday I work late
Εμφάνιση απαντήσεων
must, has to, had to.

3. Εύρεση λάθους.

  1. I must to go.
  2. I musted work yesterday.
  3. You mustn't come tomorrow. (δεν είναι υποχρεωτικό)
Εμφάνιση απαντήσεων
I must go. / I had to work yesterday. / You don't have to come tomorrow.

4. Αντιστοίχιση.

  1. You mustn't go.
  2. You don't have to go.
Εμφάνιση απαντήσεων
`You mustn't go.` — απαγορεύεται; `You don't have to go.` — δεν χρειάζεται.
Διαφήμιση

Σύνοψη

Καλύφθηκαν

  • τα must και have to
  • η απαγόρευση έναντι του «δεν χρειάζεται»
  • το had to στο παρελθόν

Επόμενο — μάθημα 11: συμβουλή και γνώμη.

Τέλος του βασικού μέρους

Το μάθημα θεωρείται ολοκληρωμένο όταν γίνουν οι ασκήσεις. Ό,τι ακολουθεί είναι προαιρετικό.

Μάθημα 47

προαιρετικό

Λεξιλόγιο για τις κάρτες

12 λέξεις
  • rule /ruːl/ κανόνας
  • uniform /ˈjuːnɪfɔːm/ στολή
  • forbidden /fəˈbɪdn/ απαγορευμένος
  • allowed /əˈlaʊd/ επιτρεπόμενος
  • smoke /sməʊk/ καπνίζω
  • colleague /ˈkɒliːɡ/ συνάδελφος
  • office /ˈɒfɪs/ γραφείο
  • late /leɪt/ αργοπορημένος· αργά
  • early /ˈɜːli/ πρώιμος· νωρίς
  • careful /ˈkeəfl/ προσεκτικός
  • important /ɪmˈpɔːtnt/ σημαντικός
  • necessary /ˈnesəsəri/ απαραίτητος

Γραφή

Τέσσερις προτάσεις για τους κανόνες στη δουλειά ή στις σπουδές σου: τι είναι υποχρεωτικό, τι απαγορεύεται, τι δεν χρειάζεται να κάνεις.

Πρότυπο

At my work we have to wear a uniform. We have to be there at nine. You mustn't use your phone in the office. On Friday we don't have to stay until six.

Λίστα ελέγχου: η απαγόρευση είναι με mustn't, το «δεν χρειάζεται» με don't have to; μετά το must δεν υπάρχει to;

Το πρόχειρο αποθηκεύεται σε αυτή τη συσκευή
Διαφήμιση

Έχετε ιδέα για νέα λειτουργία;

Στείλτε ιδέα
Διαφήμιση
Διαφήμιση